RSS

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ

ΣΟΦΙΑ ΔΕΡΕ
Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ

Μια θάλασσα η ανάγνωση… από τη μια γαλήνια, πλανεύτρα, ονειροπόλα κι από την άλλη θυμωμένη μέγαιρα, κακότροπη και μοχθηρή που ζήλεψε και τιμωρεί, πότε την ομορφιά και πότε τον έρωτα. Πελώρια κύματα θυμού, ιδανικά μικρά κύματα χαράς, ήρεμοι παφλασμοί ευτυχίας. Έχω δυο μέρες που τελείωσα το βιβλίο και μόλις τώρα δα, καταλάγιασαν λίγο τα συναισθήματα στην ψυχή και το μυαλό μου.
Μόλις τώρα δα, κατάφερα να συνειδητοποιήσω τι ένιωσα… «Γυναίκες από πέτρα» ο τίτλος, κι εγώ που αρχικά πίστεψα, πως αναφέρεται σε γυναίκες, σκληρές και άψυχες… παγωμένες γυναίκες, που μόνο πόνο προκαλούν σ’ όποιον αγγίζουν… πόσο έξω έπεσα! Τελικά, το «Γυναίκες από πέτρα», μας συστήνει τη γυναικεία φύση με την πραγματική της υπόσταση. 
Η ηρωίδα του βιβλίου, ωσάν μια άλλη “Μέδουσα”, πέτρωνε και σάστιζε, όποιον με απορία έριχνε το βλέμμα του πάνω στο πρόσωπο και την κορμοστασιά της, για να θαυμάσει την ομορφιά και τις χάρες της. Ώσπου μια μέρα, τα χείλη του έρωτα, φύσηξαν απαλά τη ρόδα που κύλαγαν τα νιάτα της. 
Κι εκείνη, τόλμησε μαθές, να σηκώσει αγέρωχα τον περήφανο λαιμό της και να κοιτάξει κατάματα τη ζωή, ορθώνοντας περήφανα το ανάστημά της, απέναντι στις παραδόσεις και τις κοινωνικές εντολές. Χτύπησε με δύναμη τα λεπτά και καλλίγραμμα πόδια της, στο χώμα της λεβεντογέννας Κρήτης, έπιασε τον έρωτα απ’ το αντρίκιο μπράτσο του και κίνησε για το μακρύ ταξίδι που η μοίρα, της όρισε. Μοναδικές αποσκευές της, ο έρωτας και δυο λευκές φτερούγες… 
Πάλεψε στο διάβα της, με μεγάλα θεριά, και κάθε φορά που ο πόνος έγερνε πάνω της και χάραζε την ψυχή της με κοφτερό σουγιά, εκείνη έφτυνε στο “πρόσωπο” του περιφρόνηση. Δύναμη της έδινε ο αγέρας της Κρήτης κι ο μεγάλος της έρωτας. Ο έρωτας Θεός, που τον θρόνιασε σε όλο της το είναι…
Ο έρωτας που ήταν απών από τις ώρες της, αλλά παρών σε όλες τις στιγμές της… 
Βρώμαγαν τα χνώτα του πολέμου και του θανάτου πάνω της μα κείνη, έπλενε τα κεντητά σεντόνια της με μυρωδιά λεβάντας και τους περιγέλαγε.
Μόνιμη συντροφιά στο σπιτικό της η πείνα, κι εκείνη τη φίλευε με τις πιο νόστιμες συνταγές μιας μητρικής αγάπης, που όμως η ίδια δεν γνώρισε.
Η μοναξιά, κοιμόταν δίπλα της στην κάμαρη της κι εκείνη χάιδευε τους καρπούς της κοιλιάς της και βύζαινε τον έρωτα με μυρωδάτο γάλα απ’ τα κρινένια στήθη της. Αληθινή Κρητικοπούλα η Αθηνά, γεννημένη από τα ίδια χώματα που γέννησαν τον Δία. Λεβέντισσα γυναίκα, υπερήφανη, αγνή και καθάρια. 
Μα λες και με τις χάρες της, προκάλεσε το μένος της συνονόματης Θεάς, που την προσβάλουν οι θνητοί όταν “συγκρίνονται” μαζί της. 
Συγκλονιστική απόδοση μιας αληθινής ιστορίας για μια αυθεντική ΓΥΝΑΙΚΑ, από την Αναστασία Κορινθίου. Η πένα της γεννά “άπληστα” το λυρισμό σε κάθε δυνατό συναίσθημα του αναγνώστη. Μια γραφή δυνατή, σαν ερμηνεία θεάτρου! 
Πολλές φορές στα αναγνώσματα μου, συνάντησα “ξύλινη” γλώσσα, “πέτρινη” όμως, πρώτη φορά συναντώ! 
Πολλά πολλά συγχαρητήρια! Σας ευχαριστώ για το “διαφορετικό” ανάγνωσμα, που γέμισε τα πνευμόνια μου με τον περήφανο αέρα της Κρήτης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου